Εισαγωγή

Η προτεινόμενη μεταδιδακτορική έρευνα αναπτύσσεται σε τέσσερα Ελληνικά νησιά για να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η αρχαιολογική έρευνα και το μνημειακό απόθεμα που αποκαλύπτει διασταυρώνονται, συμπορεύονται ή και συγκρούονται με τις τοπικές κοινωνίες. Η έρευνα θα λάβει χώρα στη Μύκονο, Ρήνεια, Δήλο και Μεγανήσι (Λευκάδα), νησιά με διαφορές στη γεωγραφική κλίμακα, την οικονομική και κοινωνική βάση και τα ‘αναπτυξιακά’ ζητούμενα των τοπικών κοινοτήτων, για να καταγράψει και να αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται, υιοθετείται και ‘καταναλώνεται’ η αρχαιολογική δραστηριότητα από τις ομάδες διαφορετικών ενδιαφερόμενων που ζουν στο κάθε νησί.

Μέσα από τη θεωρητική οπτική της δημόσιας αρχαιολογίας και με τα μεθοδολογικά εργαλεία της κοινωνικής ανθρωπολογικής έρευνας πεδίου και της αρχειακής έρευνας θα διερευνηθούν οι κοινωνικές ταυτότητες που αναδύονται δυναμικά στις δύο τοπικές νησιωτικές κοινωνίες τον 21ο αιώνα αναφορικά με τις υλικότητες του παρελθόντος και της ‘κληρονομοποίησής’ τους. Στη Μύκονο η έρευνα θα αναπτυχθεί γύρω από τους αρχαιολογικούς χώρους της Δήλου και της Ρήνειας, στο Μεγανήσι γύρω από τις προϊστορικές θέσεις της Παλαιολιθικής Εποχής και της Ύστερης Εποχής του Χαλκού που έφερε στο φως η επιφανειακή έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οι μελέτες περίπτωσης της Δήλου και της Ρήνειας στο Νότιο Αιγαίο και του Μεγανησίου στο Κεντρικό Ιόνιο θα προσφέρουν μια κοινή συγκριτική βάση και πολλαπλά φίλτρα ερμηνείας της σχέσης της αρχαιολογίας με το ευρύ κοινό και της σχέσης της αρχαιολογίας με το αίτημα ή το πρόταγμα της τουριστικής ανάπτυξης. Η συγκριτική τους θεώρηση αναμένεται να αναδείξει συγκλίσεις και τα όρια χρήσης των διεπιστημονικών μεθοδολογιών.

Πιο συγκεκριμένα, η προτεινόμενη έρευνα αφορά τους παρακάτω άξονες με βάση τους οποίους:

  • Η δημόσια αρχαιολογία αναδύεται ως επιστημονικό πρόταγμα όταν η αρχαιολογία μπαίνει στην πραγματική σφαίρα των οικονομικών συγκρούσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Τότε συνήθως αφορά τρόπους με τους οποίους οι προσλήψεις του παρελθόντος διαμέσου των υλικών ευρημάτων, των ερμηνειών και της δράσης της, καθώς και των παρεμβάσεών της στις τοπικές κοινωνίες, περνούν μέσα από τους κρατικούς θεσμούς ή (και) πολιτιστικούς φορείς (δημόσιους και ιδιωτικούς) στη δημόσια σφαίρα.
  • Οι τοπικές κοινωνίες, οι πολίτες με τις επιλογές τους και τη συμμετοχικότητά τους σε ποικίλες κοινωνικές διαδικασίες, προσλαμβάνουν, ανακατασκευάζουν τα αρχαιολογικά νοήματα και ερμηνεύουν τα ‘παρελθόντα’ μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια. Ακολούθως, επαναδιατυπώνουν τους παλαιούς μύθους ή και δημιουργούν καινούριους μέσα από συμπλέγματα ιστοριών που αφορούν παροντικές ανάγκες και προσδιορίζουν σύγχρονες πρακτικές στην παραγωγή και διαχείριση του πολιτισμού.
  • Ποικίλες ομάδες, ηγεμονικές ή κυριαρχούμενες, μέσα στις πολυ –στρωματικές και ιεραρχούμενες κοινωνίες συμμετέχουν ή αποκλείονται από τις ‘συμφωνίες’, ‘συναινέσεις’ ως προς τους πολιτικούς τρόπους με τους οποίους επιλέγονται συγκεκριμένες υλικότητες του παρελθόντος ώστε να σηματοδοτήσουν τις ατομικές ή συλλογικές ταυτότητες.
  • Η θεσμοποιημένη ‘μνήμη’ και ‘λήθη’, ως πολιτιστική κληρονομιά, προσδιορίζει και προσδιορίζεται από την αρχαιολογία που εν πολλοίς αφορά τις πολιτιστικές ταυτότητες και είναι στενά συνδεδεμένη με τις πολιτικές αυτών των ταυτοτήτων. Η αρχαιολογία γίνεται τότε αντιληπτή ως αναστοχαστικό πεδίο των ίδιων των τοπικών κοινωνιών μέσα από την τουριστική χρήση και τη νοσταλγική ανά-ταξη εμπειριών, ενθυμήσεων και βιογραφιών των προσώπων και των τόπων.
  • Οι έννοιες της περιουσίας/ιδιοκτησίας, του δημόσιου/ιδιωτικού χώρου, της αρχαιολογίας ως θεσμού επιτήρησης και απαγόρευσης αποκτούν νέες νοηματοδοτήσεις στα -υπό συνεχή αλλαγή- τουριστικά τοπία και περιβάλλοντα. Αιτήματα για κερδοφορία και ‘χαλαρά’ νομικά πλαίσια ή χαλαρά πλαίσια κρατικού ελέγχου, δημιουργούν τη βάση ανάπτυξης ανταγωνισμών και εντάσεων ως προς τα δικαιώματα χρήσης και κατάχρησης σε συμβολικά και υλικά υπάρχοντα του παρόντος, παρελθόντος ή μέλλοντος χρόνου.
  • Η «ιστορική μνήμη» αποτελεί αυτό που «υπενθυμίζεται» και διακρίνεται από αυτό που «θυμόμαστε», και ακολούθως η «συλλογική μνήμη» είναι πάντοτε ιστορική και αποτελεί το προϊόν όσων προγραμματικά επιλέγονται προς «υπενθύμιση».
  • Προκειμένου να κρατήσουν ζωντανές και διακριτές τις ταυτότητές τους, τα άτομα και οι συλλογικότητες προσπαθούν να διατηρήσουν τα υλικά περιβάλλοντα του παρελθόντος δίνοντας νέες σημασίες στο ρόλο της «κληρονομιάς». Από αυτή τη σκοπιά οι τοπικές και εθνικές ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται συνεχώς. Η ‘αλήθεια’ τους στηρίζεται στη πολιτισμική μετάφραση που επιχειρείται από τις παλαιότερες γενιές σε συγκεκριμένους τόπους.
  • Η «πολιτιστική κληρονομιά» εννοιολογείται ως η θεσμοποίηση όψεων του παρελθόντος με όρους αξιολόγησης και διατήρησης βάσει παροντικών αναγκών. Η κληρονομιά είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο και αφορά πεποιθήσεις, αποφάσεις και δράσεις των παροντικών ανθρώπων αναφορικά με πλευρές ή στοιχεία του παρελθόντος που επιθυμούν να διατηρήσουν για το μέλλον. Η έννοια της «κληρονομιάς» θεμελιώνεται σε πολιτισμικά προσδιορισμένες ιδεολογίες της συγγένειας, της κατοικίας, και της ιδιοκτησίας οι οποίες στον πλαίσιο του έθνους-κράτους έχουν αποκτήσει τεράστια ηγεμονική δύναμη.