Μεγανήσι και Λευκάδα

Η συστηματική Αρχαιολογική Έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Εσωτερικό Αρχιπέλαγος του Ιονίου με επίκεντρο το Μεγανήσι ξεκίνησε και συνεχίζεται σε μια περίοδο ραγδαίας τουριστικής ανάπτυξης του νησιού. Τα δύο αυτά εγχειρήματα, με διαφορετικά ζητούμενα το καθένα, εστιάζουν στο μικρονησιωτικό περιβάλλον του κεντρικού Ιονίου. Η περιοχή και η ιστορική συγκυρία προσφέρουν τη δυνατότητα διερεύνησης και ανάλυσης ζητημάτων σχετικά με την εμπλοκή της αρχαιολογίας με μια μικρή νησιωτική κοινωνία που ανταποκρίνεται δυναμικά στις προκλήσεις της διεθνούς τουριστικής αγοράς.

Το Μεγανήσι, που βρίσκεται μεταξύ Λευκάδας και Αιτωλοακαρνανίας, με έκταση περίπου 22 τ. χιλιόμετρα και πληθυσμό περίπου 1000 κατοίκους, αποτελεί πλέον δημοφιλή τουριστικό προορισμό επισκεπτών υψηλού εισοδήματος και πεδίο έντονων εμπορευματικών πρακτικών ως προς τη χρήση της γης. Είναι ένας τόπος που μεταβάλλεται ταχύτατα και χαρακτηρίζεται από το πέρασμά του από την αγροτική οικονομία σε μια οικονομία παροχής τουριστικών υπηρεσιών. Αυτό γίνεται κυρίως μέσα από την άσκηση εποχιακών επιχειρηματικών πρακτικών που σχετίζονται με ενοικίαση καταλυμάτων σε τουρίστες, λειτουργία καταστημάτων που στοχεύουν σε ένα τουριστικό κοινό και οικοπεδοποίηση των αγροτοκτηνοτροφικών εκτάσεων για την κατασκευή πολυτελών εξοχικών κατοικιών.

Η κοινωνική αλλαγή στο Μεγανήσι αποτυπώνεται και στο επίπεδο μεταβολής αξιών που έχουν συνδεθεί με τον αγροτικό χώρο και τις αγροτικές πρακτικές (γεωργία-κτηνοτροφία) στο ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο, όπως για παράδειγμα με συγκεκριμένου τύπου αντιλήψεις για την οικογένεια (κατά βάση ανδροκρατούμενες), την νομή οικογενειακών ή πολιτικών εξουσιών, την κοινωνική επιβολή και τον κοινωνικό έλεγχο στα μέλη των τοπικών κοινωνιών, την κοινοτική αλληλεγγύη, τα συνεκτικά αγροτικά νοικοκυριά (Just, 2000). Με το πέρασμα στην τουριστική οικονομία (νεωτερική συνθήκη) συντελείται μεταβολή σε αντιλήψεις που αφορούν την αυτο-πραγμάτωση των ατόμων πέρα από το στενό οικογενειακό πλαίσιο και την ελεύθερη πρόσβαση σε πηγές πλουτισμού.
Ωστόσο, η κοινωνική μεταβολή στο Μεγανήσι μπορεί να ανιχνευθεί μέσα από τις χρήσεις γης και τις αλλαγές αντίληψης του χώρου ως πεδίου που διαμορφώνεται από τη διαχρονική κοινωνική εμπειρία. Η σχέση των υποκειμένων με την ύπαιθρο, η εμπορευματοποίηση της αγροτικής γης στο πλαίσιο της νέας τουριστικής οικονομίας, είναι ένα από τα κύρια σημεία αλλαγής που προσδιορίζουν το νέο πολιτισμικό προφίλ της τοπικής κοινωνίας. Η οικοπεδοποίηση της υπαίθρου και η μετατροπή της αγροτικής γης σε περιοχή ‘real estate’ και ‘tourist resort’ την αποσυνδέει από το είδος εκείνης της διαγενεακής ιδιοκτησίας που περικλείει τη διαγενεακή μνήμη και εντοπιότητα.

Ακολούθως, το «παρόν» και το «παρελθόν», η διαστρωματωμένη κοινωνική μνήμη, οι αντιλήψεις για την ιστορικότητα του τόπου και του τοπίου με βάση τις αντιλήψεις των υποκειμένων αλλά και σε σχέση με την αρχαιολογική έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και τα προϊστορικά ευρήματα που έφερε στο φως αποτελούν προνομιούχα πεδία ανάλυσης προκειμένου να αναδειχθούν οι τρόποι που διαμορφώνονται οι πολιτισμικές ταυτότητες.

Με βάση τα υπάρχοντα (περιορισμένα) ανθρωπολογικά δεδομένα από τη σύντομη αλλά ουσιαστική επιτόπια έρευνα που πραγματοποίησα στο πλαίσιο της συνεργασίας μου με την αρχαιολογική ομάδα του Πανεπιστημίου Κρήτης, προκαλεί εντύπωση το ότι η αρχαιολογική έρευνα στο Μεγανήσι συνέδεσε και αποσυνέδεσε ταυτόχρονα έναν ιστό από μύθους και τοπικές ιστορίες που προϋπήρχαν στην συλλογική συνείδηση των κατοίκων και υποστήριζαν δυναμικά την καταγωγική τους συνέχεια με το νησί. Οι μύθοι του ‘Οδυσσέα’, της ‘Ιθάκης’ και του ‘Ωνάση’ ανακινήθηκαν εκ νέου, ενώ η τουριστική τους (κατά)χρηση ως ΄πολιτιστικών’ προϊόντων αποτέλεσαν ένα καινούριο πλαίσιο ιστορικής και αρχαιολογικής πρόσληψης του τόπου σηματοδοτώντας και νέους τρόπους επανασύνδεσης μαζί του.

Παράλληλα η «πολιτικοποίηση» της αρχαιολογικής έρευνας μέσα από την ύπαρξη συγκρούσεων στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας και η αμφιθυμία απέναντι στην ερευνητική αυτή δράση και τα αποτελέσματά της εκφράστηκε με όρους σφοδρών πολιτικών αντιπαραθέσεων στα δημοτικά συμβούλια. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω φάνηκαν να δρουν καταλυτικά ως προς τον αναστοχασμό της τοπικής κοινωνίας αναφορικά με το τι ταυτότητες ή (αρχαιολογικές) κληρονομιές θέλει να προβάλει και να ισχυροποιήσει.