Μύκονος, Δήλος και Ρήνεια

Η Δήλος και η Ρήνεια, ανεξάρτητα αλλά και μέσα από την αλληλεξάρτησή τους με τη Μύκονο αποτελούν εμβληματικά νησιά της ανατολικής Μεσογείου γιατί:

  • Έχουν καθιερωθεί από τους επίσημους κρατικούς και διεθνείς φορείς ως τόποι πολιτιστικής κληρονομιάς λόγω των αρχαιολογικών τους υλικοτήτων, αλλά και της πλούσιας άυλης και υλικής κληρονομιάς των νεοτέρων χρόνων. Μεγάλο μέρος της τουριστικής τους ανάπτυξης οφείλεται σε αυτήν την κληρονομιά.
  • Διαφορετικές ομάδες και συλλογικότητες που κατοικούν σε αυτά τα νησιά ή που τα επισκέπτονται διαμορφώνουν ή παράγουν τις δικές τους αντιλήψεις περί κληρονομιάς σε συνδυασμό με την ‘αίσθηση’ του τόπου.
  • Η τουριστική διάσταση της Δήλου αλλά και η αγροτική/αρχαιολογική σύνδεση της Ρήνειας με τη Μύκονο έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο αναστοχασμού/προβληματισμού γύρω από τις ταυτότητες, τη μνήμη, το παρελθόν που (ανα)διαμορφώνει και το περιεχόμενο της πολιτιστικής, νησιωτικής, ή διεθνούς κληρονομιάς αυτών των νησιωτικών μεταβαλλόμενων κοινωνιών.

Η Δήλος και η Ρήνεια, νησιά χαρακτηρισμένα ως «αρχαιολογικοί τόποι» – η Δήλος και ως «Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς» – είναι στενά συνδεδεμένες με την πολιτισμική ταυτότητα της Μυκόνου. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι αυτά τα δύο νησιά αποτελούσαν και αποτελούν παράλληλα τόπους οι οποίοι έχουν αγροτικό χαρακτήρα από τον 17ο αιώνα ενώ από τον 19ο αιώνα χωρίζονται σε δημοτικές «παρτίδες» γης που διανέμονται σε ‘ακτήμονες’ κληρούχους προκειμένου να τις καλλιεργήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν για αγροτοκτηνοτροφικές δραστηριότητες. Οι κληρούχοι είναι Μυκονιάτες στην καταγωγή και διατηρούν με τη Δήλο, αλλά κυρίως με τη Ρήνεια, μια σχέση που -καθώς φαίνεται- εκτείνεται πέρα από τις χρήσεις των δύο νησιών ως «αγροτικών». Η σχέση αυτή αφορά τη συλλογική αίσθηση εντόπιας ταυτότητας που χαρακτηρίζεται από τη σύνδεση τόπων και ανθρώπων σε βάθος χρόνου, από την έλλειψη εντατικών εμπορικών/τουριστικών δραστηριοτήτων (όπως αυτές που υπάρχουν στη Μύκονο), από την έντονη διαφορετικότητα της Δήλου και της Ρήνειας ως προς τους ‘χρόνους’ και ‘τρόπους’ ζωής στη σύγκρισή τους με τη γειτονική Μύκονο (Νάζου, 2006).

Καθώς τα δύο αυτά νησιά είναι «αρχαιολογικοί χώροι» με πολλούς περιορισμούς στην διαμονή και την κατοίκηση, εμφανίζονται ως «ακατοίκητα», αλλά εντέλει δεν είναι καθόλου άδεια από κοινωνική ζωή. Η Δήλος και η Ρήνεια είναι παρούσες στις τοπικές αντιλήψεις και ιδεολογίες οι οποίες σχετίζονται με την αίσθηση ‘ιστορικότητας’ της τοπικής κοινωνίας. Είναι επίσης παρούσες μέσω της πολυεπίπεδης εμπλοκής τους στο τουριστικό και κοσμοπολίτικο γίγνεσθαι της Μυκονιάτικης τοπικής κοινωνίας ως τόποι της εντόπιας και παγκόσμιας «πολιτισμικής κληρονομιάς».

Το Δημοτικό Αρχείο Μυκόνου (ΔΑΜ) αποτελεί εξαιρετικά πλούσια πηγή πληροφοριών για τους τρόπους με τους οποίους η Δήλος και η Ρήνεια διαμόρφωσαν διαχρονικά έναν χαρακτήρα «πολυλειτουργικό», δηλαδή αποτέλεσαν και αποτελούν τόπους όπου έζησαν, και εν μέρει ζουν, ομάδες πληθυσμού με γεωργοκτηνοτροφικό προσανατολισμό, μαζί με αρχαιολόγους, φύλακες, συντηρητές, τουρίστες, ανασημασιοδοτώντας τους και ως τόπους συλλογικής μνήμης και άυλης όσο και υλικής κληρονομιάς. Σύμφωνα με την ταξινόμηση του ΔΑΜ από ερευνητές του ΕΙΕ (2012), το αρχείο περιέχει πράξεις ρύθμισης και δημοπρασιών των παρτίδων και των ενοικίων, έγγραφα της ΚΑ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων από αλληλογραφία με το Δήμο, σχετικά με τη χρήση των αγροτικών γαιών και τον χαρακτηρισμό των χώρων ως αρχαιολογικών, τους οικοδομικούς περιορισμούς και την εποπτική δράση της υπηρεσίας στα δύο νησιά, δημοτικά έγγραφα που αναφέρονται σε αντιπαραθέσεις κληρούχων και νομικές αντιδικίες για τα όρια των παρτίδων και τις διεκδικήσεις άλλων ομάδων. Πρόκειται για μια αρχειακή πηγή ουσιαστικά αδιερεύνητη η οποία καλύπτει ένα μεγάλο τμήμα του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Πολύ μικρό τμήμα αυτού του αρχείου χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής με διαφορετικό όμως ερευνητικό προσανατολισμό και ερμηνευτική στόχευση.